Ο κόσμος της τέχνης με ένα κλικ

Βασίλι Καντίνσκι – Ο πατέρας της αφηρημένης τέχνης

Ο Γαλάζιος Καβαλάρης του Βασιλι Καντίνσκι

Κείμενο – Επιμέλεια: Ρωμούδης Κωνσταντίνος-Τσαπίκος

Στις 4 Δεκεμβρίου (16 Δεκεμβρίου με το νέο ημερολόγιο) του 1866 στην Μόσχα γεννήθηκε ο Βασίλι Βασίλιεβιτς Καντίνσκι.

Ο Βασίλι Καντίνσκι 1866 – 1944.

Λίγα χρόνια μετά την γέννηση του ο πατέρας του αναλαμβάνει την διεύθυνση ενός εργοστασίου στην Οδησσό. Η μετακόμιση αυτή οδηγεί τους γονείς του να χωρίσουν και η ανατροφή του να αναλαμβάνεται από την θεία του Ελισάβετ. Κατά τη διάρκεια των μαθητικών χρόνων παρακολουθούσε μαθήματα μουσικής, ζωγραφικής και σχεδίου. Το 1886 επιστρέφει στη Μόσχα ξεκινά τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο σε νομική – οικονομικά. Το 1889 επισκέπτεται την επαρχία Βόλογκντα, για καταγραφή της τοπικής αγροτικής νομοθεσίας, στα πρότυπα έρευνας της Εταιρείας Φυσικών Επιστημών, Εθνογραφίας και Ανθρωπολογίας. Μετά την έρευνά του, γίνεται μέλος της εταιρείας και κατάφερε να έχει καλύτερες προοπτικές για ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Το 1892 ολοκληρώνει τις σπουδές του, γίνεται μέλος της Ένωσης Νομικών και του γίνεται προσφορά θέσης λέκτορα στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας ενώ παράλληλα γνωρίζει την ξαδέλφη του Άνια Τσιαμιάκινα και κάνει τον πρώτο γάμο μαζί της. Ωστόσο παρά την ακαδημαϊκή του πορεία, το ενδιαφέρον του για την τέχνη παρέμενε ζωντανό και τονώθηκε ακόμα περισσότερο εξαιτίας δύο γεγονότων. Το πρώτο αφορούσε στην έκθεση των Γάλλων ιμπρεσιονιστών στη Μόσχα και το δεύτερο στην εντυπωσιακή για τον ίδιο παρουσίαση του έργου Λόενγκριν του Ρίχαρντ Βάγκνερ στο Βασιλικό Θέατρο της Μόσχας.

Έτσι το 1896 πηγαίνει στο Μόναχο για να ακολουθήσει τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες και να φοιτήσει αρχικά στη σχολή ζωγραφικής του Αντόν Αζμπέ ενώ αργότερα του Φραντς φον Στουκ, ο οποίος αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους δασκάλους σχεδίου και ζωγραφικής. Εκείνος του πρότεινε να παρακολουθήσει μαθήματα στην Ακαδημία του Μονάχου, αλλά απέτυχε στις εξετάσεις και πλησίασε εκ νέου τον Στουκ, τον δέχθηκε στην τάξη του, όπου υπήρξε συμφοιτητής με τον Πάουλ Κλέε. Το 1897 εγκαταλείπει το εργαστήριο του Στουκ για να κάνει την αυτόνομη πορεία του που τον οδηγεί το 1901 να ιδρύσει την ένωση Phalanx και οργάνωσε την πρώτη έκθεση έργων δικών του καθώς και άλλων καλλιτεχνών. Παράλληλα ξεκίνησε να δημοσιεύει κριτικές σε περιοδικά της Ρωσίας, καυτηριάζοντας το συντηρητισμό και τον ακαδημαϊσμό της καλλιτεχνικής σκηνής του Μονάχου. Μέχρι τη διάλυση αυτής το 1904, η Phalanx παρουσίασε συνολικά δώδεκα εκθέσεις, μέσα από τις οποίες αναδείχθηκε το έργο συμβολιστών, μεταϊμπρεσιονιστών και καλλιτεχνών της Αρτ Νουβό οι οποίες ως σύνολο δεν αντιμετωπίστηκαν θετικά διότι ήταν τολμηρές για τα δεδομένα της καλλιτεχνικής ζωής του Μονάχου παρ΄όλα αυτά κατάφερε μέσα από το έργο του και των συνεργατών του να δημιουργήσουν μια νέα τάξη πραγμάτων στη τέχνη.

Μια από τις συνεργάτες του ήταν η νεαρή ζωγράφος Γκαμπριέλε Μύντερ, με την οποία έζησε μετά το χωρισμό από τη σύζυγό του. Την ίδια στιγμή στο Παρίσι παρουσιάζει τις εκθέσεις  «Salon d’ Automne» και «Salon des Indépendants» ενώ έρχεται σε επαφή με εκπροσώπους των κινημάτων του φωβισμού και κυβισμού. Την Άνοιξη του 1908 επιστρέφει στο Μόναχο,

Πίνακας του Βασίλι Καντίνσκυ – Σπίτι στο Μόναχο

έπειτα από μια σειρά από σύντομα ταξίδια στη Δυτική Ευρώπη και Ρωσία, ενώ για μεγάλα διαστήματα έζησε στην μικρή πόλη Μούρναου, στους πρόποδες των Άλπεων που κατά τη διάρκεια αυτών των ταξιδίων του, τα έργα του αποτελούνταν από μεγάλες επιφάνειες έντονων χρωματισμών και αντιθέσεων, σταδιακά απομακρυνόμενων από το αναπαραστατικό στοιχείο και περισσότερο αφηρημένα με χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Πίνακας του Βασίλι Καντίνσκυ – Η Αγελάδα

Στις αρχές του 1909 ιδρύει η «Νέα Ένωση Καλλιτεχνών», οργανώνοντας ομαδικές εκθέσεις στο Μόναχο και κατορθώνοντας να προσελκύσει σε αυτές σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως ο Ζωρζ Μπρακ και ο Πάμπλο Πικάσσο που με τη νέα ανεικονική εικαστική εξέλιξη του Καντίνσκι βρήκε επικριτές και εξαιτίας της ακύρωσης εκθέσεων της Ένωσης για αυτό το λόγο, οδηγήθηκε στην παραίτηση του από τη θέση του προέδρου. Με τον ζωγράφο Φραντς Μαρκ, σχεδίασε την έκδοση ενός βιβλίου, και αργότερα κίνημα, με τίτλο Γαλάζιος Καβαλάρης (Der Blaue Reiter)  στο οποίο θα εξέθετε τις νέες κατευθύνσεις στην τέχνη.

Πίνακας του Βασίλι Καντίνσκυ –  Ο Γαλάζιος Καβαλάρης

Καθώς στις 18Δεκεμβρίου 1911 οργανώθηκε η πρώτη έκθεση της ομάδας του Γαλάζιου Καβαλάρη με συμμετοχή του Καντίνσκι, του Μαρκ, του Αουγκούστ Μάκε, του Ρομπέρ Ντελωναί και άλλων. Στον κατάλογο της έκθεσης προανήγγειλε την έκδοση ομώνυμου αλμανάκ μαζί με την συνεργασία με τον Μαρκ. Επίσης δημοσιεύει η πραγματία του “Για το Πνευματικό στην Τέχνη”, η οποία «υποστήριξε» την έκθεση εκθέτοντας συγχρόνως τις θεωρητικές ιδέες του που θεωρεί ότι όλες οι μορφές τέχνης είχαν αρχίσει να προσεγγίζουν το αφηρημένο, το οποίο αποτελούσε και τον αντικειμενικό τους σκοπό. Οι αντιλήψεις του για το χρώμα και τη δομή θα οδηγούσαν σε μία «καθαρή ζωγραφική», «[…] μία ανάμειξη χρώματος και φόρμας όπου το καθένα υπάρχει ξεχωριστά αλλά και μαζί, σε μία κοινή ζωή που ονομάζεται εικόνα και προκύπτει ως εσωτερική αναγκαιότητα.».

Το κίνημα του Γαλάζιου Καβαλάρη ήταν για τους Καντίνσκι και Μαρκ ευρύτερο από ένα κίνημα στη ζωγραφική, φιλοδοξώντας να αποτελέσει έκκληση για μία πνευματική αναγέννηση σε όλες τις μορφές τέχνης. Η πρώτη ομαδική έκθεση της ομάδας περιόδευσε στην Κολωνία, το Βερολίνο, τη Βρέμη και τη Φραγκφούρτη. Το 1911 παντρεύεται ξανά με την Νίνα Αντρεγιέφσκαγια, κόρη στρατηγού.  Τον Οκτώβριο του 1912 ο Καντίνσκι πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στη γκαλερί Der Sturm του Χέρβαλτ Βάλντεν. Η δραστηριότητα της ομάδας έφθασε σύντομα στο απόγειο της, ωστόσο υπήρξε τελικά βραχύβια, διοργανώνοντας συνολικά δύο ομαδικές εκθέσεις. Το 1914 με το ξέσπασμα του 1ου Π.Π καταφεύγει στην Ρωσία και οργανώνει το μουσείο κουλτούρας των εικαστικών τεχνών.

Το 1917 γίνεται μέλος των καλών τεχνών στο στο Συμβούλιο του Λαού για τη δημόσια εκπαίδευση και καθηγητής στην Ακαδημία των Τεχνών της Μόσχας και την ίδια χρονιά παντρεύεται ξανά την κόρη ενός Ρώσου στρατηγού την Nina Andreevskaya που η τυχαία τους γνωριμία ξεκίνησε από ένα τηλεφώνημα και χάριν σε αυτή έγινε το διάσημο έργο «Η Αγνωστή φωνή».

Πίνακας του Βασίλι Καντίνσκυ – Η Άγνωστη φωνή το 1917

Αργότερα  το 1922 τον καλεί ο Walter Gropius στη Βαϊμάρη, όπου και γίνεται καθηγητής και αντιπρόεδρος του Bauhaus και το 1926 εκδίδει  «Το σημείο και η γραμμή ως προς την επιφάνεια». Η συνεργασία του με το περιοδικό του Christian Zervos ‘Cahiers D’ Art’ ξεκινά το 1931 και τον επόμενο χρόνο, όταν το Bauhaus μεταφέρεται στο Βερολίνο, πηγαίνει κι αυτός στη μητρόπολη. Το 1937 το ναζιστικό καθεστώς καταστρέφει 57 έργα του ανάμεσα σε άλλα πρωτοπόρων ζωγράφων. Για καλή του τύχη  η εργασία του διασώζεται στη Γαλλία.

Πίνακας του Βασίλι Καντίνσκυ – Η Σύνθεση Χ το 1939

Ο Θεμελιωτής της αφηρημένης τέχνης πεθαίνει στις 13 Δεκεμβρίου του 1944 χτυπημένος από αρτηριοσκλήρωση με την ταφή του να τελείται στο Νεϊγί-συρ-Σεν. Όμως έργα του σπάνε ρεκόρ τιμών στις δημοπρασίες και αποτελούν θησαυρό των πιο μεγάλων μουσείων στον κόσμο με αποτέλεσμα να είναι μια μόνιμη πηγή έμπνευση για όλους τους ζωγράφους.

 

 

Διαβάστε επίσης:

Ζουάν Μιρό – Ο Καταλανός σουρεαλιστής καλλιτέχνης

“Η ζωή μου χωρίς τη ζωγραφική.. είναι μισή” – Συνέντευξη με τη ζωγράφο Ζάννα Αρτέμη

Μιχάλης Μαδένης – Οι εξόριστοι: Ατομική έκθεση στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος

Δείτε όλα τα τελευταία νέα από των χώρο της τέχνης στο theobscura.gr

Πρόσφατα Άρθρα